Οι οθωμανικοί ιδιωτικοί τίτλοι ιδιοκτησίας δασών κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου
Το τεκμήριο κυριότητας, το οποίο εισήχθη με το βδ/γμα του 1836,[1] με τη διαχρονική εφαρμογή του από τη νομολογία των ελληνικών
δικαστηρίων απετέλεσε το βασικό νομικό έρεισμα για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου επί του μεγαλύτερου τμήματος των δασών της ελληνικής επικράτειας. Η οικονομική και κοινωνική βαρύτητα του περιεχομένου του τεκμηρίου εγείρει σημαντικά ζητήματα ως προς τις νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του. Το πρώτο σημαντικό ζήτημα είναι ασφαλώς ο προσδιορισμός της έννοιας του «δάσους», αυτοτελώς αλλά και κατά παραβολή με τις συναφείς του δάσους έννοιες, εφ΄ όσον το βδ/γμα του 1836 μόνον επί των δασών τυγχάνει εφαρμογής.[2] Περαιτέρω όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ειδικότερο ζήτημα της εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας σε ιδιωτικά κτήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και δάση, εν όψει του ότι οι διοικητικές διαδικασίες αναγνώρισης ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων αφ΄ ενός σε δάση, αφ΄ ετέρου σε ιδιωτικά κτήματα ήταν, κατά την εποχή του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, απολύτως διακριτές. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα του κύρους της προβλεπόμενης διαδικασίας για τη μεταβίβαση ιδιωτικών κτημάτων σε περίπτωση που σε αυτά περιλαμβάνονταν δάση.
Ι. Το νομοθετικό πλαίσιο
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του βασιλικού διατάγματος του 1836, ιδιωτικά δάση είναι μόνον εκείνα που μεταβιβάστηκαν κατά τους νόμιμους οθωμανικούς τύπους και αποδεικνύεται ότι υφίσταντο ως ιδιόκτητα πριν την έναρξη του υπέρ της Ανεξαρτησίας Αγώνα. Το άρθρο 1 παρ. 2 ορίζει ότι θεωρούνται επίσης ως ιδιωτικά τα δάση, τα οποία κείνται εντός μεγάλων ιδιωτικών κτημάτων – χωρίων (τσιφλικίων), ακόμη και αν αυτά δεν αναγράφονται ρητά στους τίτλους ιδιοκτησίας των κτημάτων, εφ΄ όσον προκύπτει ότι αυτά περιέχονται εντός των ορίων τους. Ακολούθως, το άρθρο 3 του διατάγματος του 1836 επιβάλλει στους ιδιοκτήτες των δασών του άρθρου 1 την υποχρέωση προσαγωγής τίτλων ιδιοκτησίας ενώπιον της Γραμματείας επί των Οικονομικών, εντός προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος, μετά την άπρακτη παρέλευση της οποίας τα δάση θεωρούνται αδιαφιλονίκητα εθνικά.[3]
Η Γραμματεία επί των Οικονομικών, κατ΄ εφαρμογή του διατάγματος της 17-29 Νοεμβρίου 1836 περί ιδιωτικών δασών, συνέστησε με την από 16 Απριλίου 1842 δηλοποίησή της ειδική Τριμελή Επιτροπή ελέγχου των τίτλων που είχαν υποβληθεί εμπροθέσμως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του περί ιδιωτικών δασών διατάγματος.
Εξ ετέρου, η Ελληνική Κυβέρνηση είχε συστήσει από το έτος 1832 την ειδική Ελληνική Επιτροπή περί της εξελέγξεως της αγοράς από Έλληνες των κατά την Εύβοια και Αττική τουρκικών ιδιοκτησιών, με αντικείμενο τον έλεγχο της νομιμότητας των παραπάνω μεταβιβάσεων έναντι των διεθνών συμφωνιών και με σκοπό την προστασία των νομίμων συμφερόντων των Ελλήνων αγοραστών οθωμανικών ιδιοκτησιών. Η Επιτροπή αυτή με την από 27 Μαρτίου 1832 διακήρυξή της υποδείκνυε στους αγοραστές να προβαίνουν στην αγορά κτημάτων μόνο κατόπιν σύνταξης χοτζετίου, ήτοι έγκυρου μεταβιβαστικού κυριότητας τουρκικού τίτλου, προς διασφάλιση των δικαιωμάτων τους.[4]
Η Εξεταστική Επιτροπή,[5] σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα 1462 της 24ης Αυγούστου 1836, είχε νόμιμη αρμοδιότητα εξέτασης και επικύρωσης των πωλήσεων οθωμανικών κτημάτων στην Αττική, την Εύβοια, τη Θήβα και τη Φθιώτιδα. Η Επιτροπή αυτή, έχοντας διακόψει προσωρινά τις εργασίες της, ανασυγκροτήθηκε με το βασιλικό διάταγμα 3433 της 16-28 Σεπτεμβρίου 1838, προσκάλεσε με δηλοποίηση της 19ης Σεπτεμβρίου 1838 τους ενδιαφερομένους να προσκομίσουν τους τίτλους τους προς έλεγχο και αφού ολοκλήρωσε τις εργασίες της διαλύθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 14ης Νοεμβρίου 1849.
Η διαδικασία ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής αφορούσε τα δημόσια δάση όλης της τότε Επικράτειας του Ελληνικού κράτους που προγενέστερα τελούσαν υπό την κυριαρχία του Οθωμανικού κράτους, στα οποία είχαν παραχωρηθεί ιδιωτικά δικαιώματα από το Οθωμανικό Δημόσιο πριν την έναρξη του υπέρ της Ανεξαρτησίας Αγώνα. Η διαδικασία ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής αφορούσε την εγκυρότητα των πωλήσεων των ιδιωτικών οθωμανικών κτημάτων της Αττικής, Εύβοιας, Θηβών και Φθιώτιδας από τους φεύγοντες Οθωμανούς προς Έλληνες ιδιώτες δυνάμει των διεθνών συμφωνιών, ανεξάρτητα αν σε αυτά περιλαμβάνονταν ή όχι και δάση.
Κατά συνέπεια, οι παραπάνω διαδικασίες είναι διακριτές, προβλέπονται αμφότερες από βασιλικά διατάγματα με ισχύ νόμου και άγουν η κάθε μία αυτοτελώς στην αναγνώριση και επικύρωση από το Ελληνικό Δημόσιο ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων. Τούτου έπεται ότι το δικαίωμα κυριότητας που κατοχυρώθηκε νομίμως κατ΄ εφαρμογή μίας εκ των δύο νομίμων διαδικασιών δεν δύναται να ανατραπεί κατ΄ επίκληση της άλλης διαδικασίας. Ειδικότερα μάλιστα όσον αφορά στις πράξεις της Εξεταστικής Επιτροπής που έπονται του βασιλικού διατάγματος 3433 της 16-28ης Σεπτεμβρίου 1838, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι προγενέστερες νομοθετικής ισχύος διατάξεις του διατάγματος του έτους 1836 είναι δυνατόν να ανατρέψουν το κύρος των προβλεπομένων από τις επίσης νομοθετικής ισχύος μεταγενέστερες διατάξεις του ανωτέρω διατάγματος του 1838 πράξεων της Εξεταστικής Επιτροπής.[6]
Επιπρόσθετα, εφ΄ όσον η διαδικασία ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής αφορούσε μόνο τίτλους που παρουσιάστηκαν προς έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 3 του διατάγματος του 1836 περί ιδιωτικών δασών και όχι τίτλους που θεώρησε ο Υπουργός επί των Οικονομικών και τους έκρινε ως ισχυρούς, οι αποφάσεις της Εξεταστικής Επιτροπής, οι οποίες επικυρώνονταν και αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία επί των Οικονομικών[7] κατά τρόπο δεσμευτικό για το Δημόσιο, ήταν ισχυρές χωρίς να υπόκεινται στη διαδικασία ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής.[8]
Εξ άλλου το χοτζέτι, ως τίτλος μεταβίβασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων, είχε ισχύ δημοσίου εγγράφου, αποτελούντος πλήρη απόδειξη της εν αυτώ βεβαιωθείσης πωλήσεως, ακόμη και κατά την έννοια του βασιλικού διατάγματος του 1836 περί ιδιωτικών δασών, το οποίο απαιτούσε όχι ταπίο, αλλά «έγγραφη απόδειξη της τουρκικής Αρχής».[9]
Εύβοια Πυξαριάς
[πηγή: Ελληνικό Πανόραμα»


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλουμε τα σχόλια σας να είναι κόσμια